Conjugation of εγκυμονώ
eŋ.ɟi.moˈnoεμπεριέχω, κλείνω μέσα μου κάτι κακό που δεν είναι σαφές σε όλους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκυμονώ |
| εσύ | εγκυμονείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονεί |
| εμείς | εγκυμονούμε |
| εσείς | εγκυμονείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονούν |
Παρατατικός
| εγώ | εγκυμονούσα |
| εσύ | εγκυμονούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονούσε |
| εμείς | εγκυμονούσαμε |
| εσείς | εγκυμονούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονούσαν |
Αόριστος
| εγώ | εγκυμόνησα |
| εσύ | εγκυμόνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμόνησε |
| εμείς | εγκυμονήσαμε |
| εσείς | εγκυμονήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμόνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκυμονήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκυμονήσω |
| εσύ | εγκυμονήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονήσει |
| εμείς | εγκυμονήσουμε |
| εσείς | εγκυμονήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκυμονείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκυμόνησε |
| εσείς | εγκυμονήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκυμονήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκυμονούμαι |
| εσύ | εγκυμονείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονείται |
| εμείς | εγκυμονούμαστε |
| εσείς | εγκυμονείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονούνταν |
| εμείς | εγκυμονούμασταν |
| εσείς | [εγκυμονούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονούνταν |
Αόριστος
| εγώ | εγκυμονήθηκα |
| εσύ | εγκυμονήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονήθηκε |
| εμείς | εγκυμονηθήκαμε |
| εσείς | εγκυμονηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκυμονηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκυμονηθώ |
| εσύ | εγκυμονηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκυμονηθεί |
| εμείς | εγκυμονηθούμε |
| εσείς | εγκυμονηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκυμονηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκυμονείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | εγκυμονήσου |
| εσείς | εγκυμονηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκυμονηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.