HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← εγκύπτω — definition

Conjugation of εγκύπτω

Regular CEFR B1
eŋˈɟi.pto

ασχολούμαι με κάτι με ιδιαίτερο ζήλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ εγκύπτω
εσύ εγκύπτεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκύπτει
εμείς εγκύπτουμε
εσείς εγκύπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκύπτουν
Παρατατικός
εγώ ενέκυπτα
εσύ ενέκυπτες
αυτός / αυτή / αυτό ενέκυπτε
εμείς εγκύπταμε
εσείς εγκύπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέκυπταν
Αόριστος
εγώ ενέκυψα
εσύ ενέκυψες
αυτός / αυτή / αυτό ενέκυψε
εμείς εγκύψαμε
εσείς εγκύψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ενέκυψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκύψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ εγκύψω
εσύ εγκύψεις
αυτός / αυτή / αυτό εγκύψει
εμείς εγκύψουμε
εσείς εγκύψετε
αυτοί / αυτές / αυτά εγκύψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς εγκύπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς εγκύψτε
Απαρέμφατο αορίστου
εγκύψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary