Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | εγκύπτω |
| εσύ | εγκύπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκύπτει |
| εμείς | εγκύπτουμε |
| εσείς | εγκύπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκύπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | ενέκυπτα |
| εσύ | ενέκυπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέκυπτε |
| εμείς | εγκύπταμε |
| εσείς | εγκύπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέκυπταν |
Αόριστος
| εγώ | ενέκυψα |
| εσύ | ενέκυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ενέκυψε |
| εμείς | εγκύψαμε |
| εσείς | εγκύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ενέκυψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα εγκύψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | εγκύψω |
| εσύ | εγκύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | εγκύψει |
| εμείς | εγκύψουμε |
| εσείς | εγκύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | εγκύψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | εγκύπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | εγκύψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | εγκύψει |