HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δύω — definition

Conjugation of δύω

Regular CEFR C2
[ˈði.o]

αφανίζομαι, παρακμάζω, ξεπέφτω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δύω
εσύ δύεις
αυτός / αυτή / αυτό δύει
εμείς δύουμε
εσείς δύετε
αυτοί / αυτές / αυτά δύουν
Παρατατικός
εγώ έδυα
εσύ έδυες
αυτός / αυτή / αυτό έδυε
εμείς δύαμε
εσείς δύατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδυαν
Αόριστος
εγώ έδυσα
εσύ έδυσες
αυτός / αυτή / αυτό έδυσε
εμείς δύσαμε
εσείς δύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δύσω
εσύ δύσεις
αυτός / αυτή / αυτό δύσει
εμείς δύσουμε
εσείς δύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δύε
εσείς δύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δύσε
εσείς δύστε
Απαρέμφατο αορίστου
δύσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary