HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δωρίζω — definition

Conjugation of δωρίζω

Regular CEFR B1
ðoˈɾi.zo

κάνω μια δωρεά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δωρίζω
εσύ δωρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό δωρίζει
εμείς δωρίζουμε
εσείς δωρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δωρίζουν
Παρατατικός
εγώ δώριζα
εσύ δώριζες
αυτός / αυτή / αυτό δώριζε
εμείς δωρίζαμε
εσείς δωρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δώριζαν
Αόριστος
εγώ δώρισα
εσύ δώρισες
αυτός / αυτή / αυτό δώρισε
εμείς δωρίσαμε
εσείς δωρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δώρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δωρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δωρίσω
εσύ δωρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό δωρίσει
εμείς δωρίσουμε
εσείς δωρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δωρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δώριζε
εσείς δωρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δώρισε
εσείς δωρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
δωρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δωρίζομαι
εσύ δωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δωρίζεται
εμείς δωριζόμαστε
εσείς δωρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δωρίζονται
Παρατατικός
εγώ δωριζόμουν
εσύ δωριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δωριζόταν
εμείς δωριζόμασταν
εσείς δωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δωρίζονταν
Αόριστος
εγώ δωρίστηκα
εσύ δωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δωρίστηκε
εμείς δωριστήκαμε
εσείς δωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δωρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δωριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δωριστώ
εσύ δωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό δωριστεί
εμείς δωριστούμε
εσείς δωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δωριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δωρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δωρίσου
εσείς δωριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δωριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary