Conjugation of διοχετεύω
ði.o.xeˈte.voμεταφέρω κάποιο υγρό (ή και κάτι άλλο: π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα) και το κατευθύνω μέσω σωληνώσεων, αγωγών ή καναλιών προς κάπου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διοχετεύω |
| εσύ | διοχετεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχετεύει |
| εμείς | διοχετεύουμε |
| εσείς | διοχετεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχετεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | διοχέτευα |
| εσύ | διοχέτευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχέτευε |
| εμείς | διοχετεύαμε |
| εσείς | διοχετεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχέτευαν |
Αόριστος
| εγώ | διοχέτευσα |
| εσύ | διοχέτευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχέτευσε |
| εμείς | διοχετεύσαμε |
| εσείς | διοχετεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχέτευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διοχετεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διοχετεύσω |
| εσύ | διοχετεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχετεύσει |
| εμείς | διοχετεύσουμε |
| εσείς | διοχετεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχετεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διοχέτευε |
| εσείς | διοχετεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διοχέτευσε |
| εσείς | διοχετεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διοχετεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διοχετεύομαι |
| εσύ | διοχετεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχετεύεται |
| εμείς | διοχετευόμαστε |
| εσείς | διοχετεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχετεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | διοχετευόμουν |
| εσύ | διοχετευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχετευόταν |
| εμείς | διοχετευόμασταν |
| εσείς | διοχετευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχετεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | διοχετεύτηκα |
| εσύ | διοχετεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχετεύτηκε |
| εμείς | διοχετευτήκαμε |
| εσείς | διοχετευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχετεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διοχετευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διοχετευτώ |
| εσύ | διοχετευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διοχετευτεί |
| εμείς | διοχετευτούμε |
| εσείς | διοχετευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διοχετευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διοχετεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διοχετεύσου |
| εσείς | διοχετευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διοχετευτεί |