Meaning of διοχετεύω | Babel Free
/ði.o.xeˈte.vo/Ορισμοί
- μεταφέρω κάποιο υγρό (ή και κάτι άλλο: π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα) και το κατευθύνω μέσω σωληνώσεων, αγωγών ή καναλιών προς κάπου
- μεταφέρω κάποιο προϊόν και με το κατάλληλο δίκτυο και οργάνωση το διανέμω όπου πρέπει
-
μεταφέρω ή διαδίδω μια είδηση, πληροφορία κ.λπ. figuratively
Ισοδύναμα
English
channel
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.