HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διοχετεύω | Babel Free

Verb CEFR B2
/ði.o.xeˈte.vo/

Ορισμοί

  1. μεταφέρω κάποιο υγρό (ή και κάτι άλλο: π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα) και το κατευθύνω μέσω σωληνώσεων, αγωγών ή καναλιών προς κάπου
  2. μεταφέρω κάποιο προϊόν και με το κατάλληλο δίκτυο και οργάνωση το διανέμω όπου πρέπει
  3. μεταφέρω ή διαδίδω μια είδηση, πληροφορία κ.λπ.
    figuratively

Ισοδύναμα

English channel

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διοχετεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course