Conjugation of διαφωνώ
ði̯a.foˈnoπιστεύω, έχω ή υποστηρίζω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με κάποιον άλλον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαφωνώ |
| εσύ | διαφωνείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωνεί |
| εμείς | διαφωνούμε |
| εσείς | διαφωνείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωνούν |
Παρατατικός
| εγώ | διαφωνούσα |
| εσύ | διαφωνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωνούσε |
| εμείς | διαφωνούσαμε |
| εσείς | διαφωνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | διαφώνησα |
| εσύ | διαφώνησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφώνησε |
| εμείς | διαφωνήσαμε |
| εσείς | διαφωνήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφώνησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαφωνήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαφωνήσω |
| εσύ | διαφωνήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωνήσει |
| εμείς | διαφωνήσουμε |
| εσείς | διαφωνήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωνήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαφωνείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαφώνησε |
| εσείς | διαφωνήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαφωνήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.