Conjugation of διαφωτίζω
ði̯a.foˈti.zoπαραπληροφορώ κάποιον ή δεν του προσφέρω επαρκείς εξηγήσεις ή γνώσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαφωτίζω |
| εσύ | διαφωτίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωτίζει |
| εμείς | διαφωτίζουμε |
| εσείς | διαφωτίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωτίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | διαφώτιζα |
| εσύ | διαφώτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφώτιζε |
| εμείς | διαφωτίζαμε |
| εσείς | διαφωτίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφώτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | διαφώτισα |
| εσύ | διαφώτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφώτισε |
| εμείς | διαφωτίσαμε |
| εσείς | διαφωτίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφώτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαφωτίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαφωτίσω |
| εσύ | διαφωτίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωτίσει |
| εμείς | διαφωτίσουμε |
| εσείς | διαφωτίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωτίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διαφώτιζε |
| εσείς | διαφωτίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαφώτισε |
| εσείς | διαφωτίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαφωτίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαφωτίζομαι |
| εσύ | διαφωτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωτίζεται |
| εμείς | διαφωτιζόμαστε |
| εσείς | διαφωτίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωτίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαφωτιζόμουν |
| εσύ | διαφωτιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωτιζόταν |
| εμείς | διαφωτιζόμασταν |
| εσείς | διαφωτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωτίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | διαφωτίστηκα |
| εσύ | διαφωτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωτίστηκε |
| εμείς | διαφωτιστήκαμε |
| εσείς | διαφωτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωτίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαφωτιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαφωτιστώ |
| εσύ | διαφωτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαφωτιστεί |
| εμείς | διαφωτιστούμε |
| εσείς | διαφωτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαφωτιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαφωτίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαφωτίσου |
| εσείς | διαφωτιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαφωτιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.