Conjugation of διαρρέω
ði̯aˈre.oρέω / βγαίνω έξω από κάποιο κλειστό χώρο όπου ήμουν Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαρρέω |
| εσύ | διαρρέεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρρέει |
| εμείς | διαρρέουμε |
| εσείς | διαρρέετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρρέουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | διέρρεα |
| εσύ | διέρρεες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέρρεε |
| εμείς | διαρρέαμε |
| εσείς | διαρρέατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέρρεαν |
Αόριστος
| εγώ | διέρρευσα |
| εσύ | διέρρευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διέρρευσε |
| εμείς | διαρρεύσαμε |
| εσείς | διαρρεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διέρρευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαρρεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαρρεύσω |
| εσύ | διαρρεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρρεύσει |
| εμείς | διαρρεύσουμε |
| εσείς | διαρρεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρρεύσσυν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαρρέετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διάρρευσε |
| εσείς | διαρρεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαρρεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαρρέομαι |
| εσύ | διαρρέεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρρέεται |
| εμείς | διαρρεόμαστε |
| εσείς | διαρρέεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρρέονται |
Παρατατικός
| εγώ | διαρρεόμουν |
| εσύ | διαρρεόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαρρεόταν |
| εμείς | διαρρεόμασταν |
| εσείς | διαρρεόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαρρέονταν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαρρέεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαρρεύσου |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.