HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαρρέω — definition

Conjugation of διαρρέω

Regular CEFR B1
ði̯aˈre.o

ρέω / βγαίνω έξω από κάποιο κλειστό χώρο όπου ήμουν Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαρρέω
εσύ διαρρέεις
αυτός / αυτή / αυτό διαρρέει
εμείς διαρρέουμε
εσείς διαρρέετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαρρέουν[ε]
Παρατατικός
εγώ διέρρεα
εσύ διέρρεες
αυτός / αυτή / αυτό διέρρεε
εμείς διαρρέαμε
εσείς διαρρέατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέρρεαν
Αόριστος
εγώ διέρρευσα
εσύ διέρρευσες
αυτός / αυτή / αυτό διέρρευσε
εμείς διαρρεύσαμε
εσείς διαρρεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διέρρευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαρρεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαρρεύσω
εσύ διαρρεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαρρεύσει
εμείς διαρρεύσουμε
εσείς διαρρεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαρρεύσσυν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαρρέετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διάρρευσε
εσείς διαρρεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαρρεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαρρέομαι
εσύ διαρρέεσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαρρέεται
εμείς διαρρεόμαστε
εσείς διαρρέεστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαρρέονται
Παρατατικός
εγώ διαρρεόμουν
εσύ διαρρεόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διαρρεόταν
εμείς διαρρεόμασταν
εσείς διαρρεόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διαρρέονταν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαρρέεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαρρεύσου

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary