HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← διαπερνάω — definition

Conjugation of διαπερνάω

Regular CEFR B2
ði̯a.peɾˈna.o

περνάω από μια πλευρά στην άλλη μέσα από κάποιο πράγμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαπερνάω
εσύ διαπερνάς
αυτός / αυτή / αυτό διαπερνάει
εμείς διαπερνάμε
εσείς διαπερνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπερνάνε
Παρατατικός
εγώ διαπερνούσα
εσύ διαπερνούσες
αυτός / αυτή / αυτό διαπερνούσε
εμείς διαπερνούσαμε
εσείς διαπερνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπερνούσαν
Αόριστος
εγώ διαπέρασα
εσύ διαπέρασες
αυτός / αυτή / αυτό διαπέρασε
εμείς διαπεράσαμε
εσείς διαπεράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπέρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαπεράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαπεράσω
εσύ διαπεράσεις
αυτός / αυτή / αυτό διαπεράσει
εμείς διαπεράσουμε
εσείς διαπεράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπεράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ διαπέρνα
εσείς διαπερνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαπέρασε
εσείς διαπεράστε
Απαρέμφατο αορίστου
διαπεράσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ διαπερνιέμαι
εσύ διαπερνιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό διαπερνιέται
εμείς διαπερνιόμαστε
εσείς διαπερνιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπερνιούνται
Παρατατικός
εγώ διαπερνιόμουν
εσύ διαπερνιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό διαπερνιόταν
εμείς διαπερνιόμασταν
εσείς διαπερνιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά διαπερνιόνταν
Αόριστος
εγώ διαπεράστηκα
εσύ διαπεράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό διαπεράστηκε
εμείς διαπεραστήκαμε
εσείς διαπεραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπεράστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα διαπεραστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ διαπεραστώ
εσύ διαπεραστείς
αυτός / αυτή / αυτό διαπεραστεί
εμείς διαπεραστούμε
εσείς διαπεραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά διαπεραστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς διαπερνιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ διαπεράσου
εσείς διαπεραστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
διαπεραστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary