Conjugation of διαπερνάω
ði̯a.peɾˈna.oπερνάω από μια πλευρά στην άλλη μέσα από κάποιο πράγμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαπερνάω |
| εσύ | διαπερνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπερνάει |
| εμείς | διαπερνάμε |
| εσείς | διαπερνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπερνάνε |
Παρατατικός
| εγώ | διαπερνούσα |
| εσύ | διαπερνούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπερνούσε |
| εμείς | διαπερνούσαμε |
| εσείς | διαπερνούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπερνούσαν |
Αόριστος
| εγώ | διαπέρασα |
| εσύ | διαπέρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπέρασε |
| εμείς | διαπεράσαμε |
| εσείς | διαπεράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπέρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαπεράσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαπεράσω |
| εσύ | διαπεράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπεράσει |
| εμείς | διαπεράσουμε |
| εσείς | διαπεράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπεράσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | διαπέρνα |
| εσείς | διαπερνάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαπέρασε |
| εσείς | διαπεράστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαπεράσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | διαπερνιέμαι |
| εσύ | διαπερνιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπερνιέται |
| εμείς | διαπερνιόμαστε |
| εσείς | διαπερνιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπερνιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | διαπερνιόμουν |
| εσύ | διαπερνιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπερνιόταν |
| εμείς | διαπερνιόμασταν |
| εσείς | διαπερνιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπερνιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | διαπεράστηκα |
| εσύ | διαπεράστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπεράστηκε |
| εμείς | διαπεραστήκαμε |
| εσείς | διαπεραστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπεράστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα διαπεραστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | διαπεραστώ |
| εσύ | διαπεραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | διαπεραστεί |
| εμείς | διαπεραστούμε |
| εσείς | διαπεραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | διαπεραστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | διαπερνιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | διαπεράσου |
| εσείς | διαπεραστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | διαπεραστεί |