Meaning of διαπερνάω | Babel Free
/ði̯a.peɾˈna.o/Ορισμοί
- περνάω από μια πλευρά στην άλλη μέσα από κάποιο πράγμα
- τρυπάω, διατρυπώ
- εισχωρώ, μπαίνω, διεισδύω
- διαπεραιώνω
- μουσκεύω, διαποτίζω
-
επηρεάζω εξ ολοκλήρου, επιδρώ figuratively
Παραδείγματα
“※ την ώρα της παράδοσης–παραλαβής του οπλισμού μεταξύ δύο φρουρών, ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε, με αποτέλεσμα η σφαίρα να διαπεράσει μια γυψοσανίδα. (Ατύχημα με εκπυρσοκρότηση όπλου στο Νοσοκομείο Χανίων - Η σφαίρα διαπέρασε γυψοσανίδα, cnn.com, 17/11/2025 https://www.cnn.gr/ellada/story/505767/atyxima-me-ekpyrsokrotisi-oplou-sto-nosokomeio-xanion-diaperase-gypsosanida-i-sfaira)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.