HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δαγκώνω — definition

Conjugation of δαγκώνω

Regular CEFR C2
ðaŋˈɡo.no

ενώνω τις σιαγόνες μου και σφίγγω κάτι ανάμεσα στα δόντια μου για να το κόψω ή να το κρατήσω σφιχτά. Λέγεται για τροφή αλλά και για οποιοδήποτε αντικείμενο, καθώς και για επιθετική ενέργεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δαγκώνω (δαγκάνω →)
εσύ δαγκώνεις
αυτός / αυτή / αυτό δαγκώνει
εμείς δαγκώνουμε
εσείς δαγκώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκώνουν
Παρατατικός
εγώ δάγκωνα
εσύ δάγκωνες
αυτός / αυτή / αυτό δάγκωνε
εμείς δαγκώναμε
εσείς δαγκώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάγκωναν
Αόριστος
εγώ δάγκωσα
εσύ δάγκωσες
αυτός / αυτή / αυτό δάγκωσε
εμείς δαγκώσαμε
εσείς δαγκώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάγκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαγκώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαγκώσω
εσύ δαγκώσεις
αυτός / αυτή / αυτό δαγκώσει
εμείς δαγκώσουμε
εσείς δαγκώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δάγκωνε
εσείς δαγκώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δάγκωσε
εσείς δαγκώστε
Απαρέμφατο αορίστου
δαγκώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δαγκώνομαι
εσύ δαγκώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δαγκώνεται
εμείς δαγκωνόμαστε
εσείς δαγκώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκώνονται
Παρατατικός
εγώ δαγκωνόμουν
εσύ δαγκωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δαγκωνόταν
εμείς δαγκωνόμασταν
εσείς δαγκωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκώνονταν
Αόριστος
εγώ δαγκώθηκα
εσύ δαγκώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δαγκώθηκε
εμείς δαγκωθήκαμε
εσείς δαγκωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαγκωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαγκωθώ
εσύ δαγκωθείς
αυτός / αυτή / αυτό δαγκωθεί
εμείς δαγκωθούμε
εσείς δαγκωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δαγκωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δαγκώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δαγκώσου
εσείς δαγκωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δαγκωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary