Conjugation of δαγκώνω
ðaŋˈɡo.noενώνω τις σιαγόνες μου και σφίγγω κάτι ανάμεσα στα δόντια μου για να το κόψω ή να το κρατήσω σφιχτά. Λέγεται για τροφή αλλά και για οποιοδήποτε αντικείμενο, καθώς και για επιθετική ενέργεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δαγκώνω (δαγκάνω →) |
| εσύ | δαγκώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαγκώνει |
| εμείς | δαγκώνουμε |
| εσείς | δαγκώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαγκώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | δάγκωνα |
| εσύ | δάγκωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δάγκωνε |
| εμείς | δαγκώναμε |
| εσείς | δαγκώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δάγκωναν |
Αόριστος
| εγώ | δάγκωσα |
| εσύ | δάγκωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δάγκωσε |
| εμείς | δαγκώσαμε |
| εσείς | δαγκώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δάγκωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δαγκώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δαγκώσω |
| εσύ | δαγκώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαγκώσει |
| εμείς | δαγκώσουμε |
| εσείς | δαγκώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαγκώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δάγκωνε |
| εσείς | δαγκώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δάγκωσε |
| εσείς | δαγκώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δαγκώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δαγκώνομαι |
| εσύ | δαγκώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαγκώνεται |
| εμείς | δαγκωνόμαστε |
| εσείς | δαγκώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαγκώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | δαγκωνόμουν |
| εσύ | δαγκωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαγκωνόταν |
| εμείς | δαγκωνόμασταν |
| εσείς | δαγκωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαγκώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | δαγκώθηκα |
| εσύ | δαγκώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαγκώθηκε |
| εμείς | δαγκωθήκαμε |
| εσείς | δαγκωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαγκώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δαγκωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δαγκωθώ |
| εσύ | δαγκωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δαγκωθεί |
| εμείς | δαγκωθούμε |
| εσείς | δαγκωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δαγκωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δαγκώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δαγκώσου |
| εσείς | δαγκωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δαγκωθεί |