HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δέρνω — definition

Conjugation of δέρνω

Regular CEFR C2
ˈðeɾno

βάζω κάποιον σε ταλαιπωρίες, προκαλώ σε κάποιον δεινά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δέρνω
εσύ δέρνεις
αυτός / αυτή / αυτό δέρνει
εμείς δέρνουμε
εσείς δέρνετε
αυτοί / αυτές / αυτά δέρνουν
Παρατατικός
εγώ έδερνα
εσύ έδερνες
αυτός / αυτή / αυτό έδερνε
εμείς δέρναμε
εσείς δέρνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδερναν
Αόριστος
εγώ έδειρα
εσύ έδειρες
αυτός / αυτή / αυτό έδειρε
εμείς δείραμε
εσείς δείρατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδειραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δείρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δείρω
εσύ δείρεις
αυτός / αυτή / αυτό δείρει
εμείς δείρουμε
εσείς δείρετε
αυτοί / αυτές / αυτά δείρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δέρνε
εσείς δέρνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δείρε
εσείς δείρτε
Απαρέμφατο αορίστου
δείρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δέρνομαι
εσύ δέρνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δέρνεται
εμείς δερνόμαστε
εσείς δέρνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δέρνονται
Παρατατικός
εγώ δερνόμουν
εσύ δερνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δερνόταν
εμείς δερνόμασταν
εσείς δερνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δέρνονταν
Αόριστος
εγώ δάρθηκα
εσύ δάρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δάρθηκε
εμείς δαρθήκαμε
εσείς δαρθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δαρθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δαρθώ
εσύ δαρθείς
αυτός / αυτή / αυτό δαρθεί
εμείς δαρθούμε
εσείς δαρθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δαρθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δέρνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δάρσου
εσείς δαρθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δαρθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary