Conjugation of γρικάω
ɣɾiˈka.o(for the passive form (α)γρικιέμαι ((a)grikiémai): I am heard by someone and we are in agreement. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γρικάω |
| εσύ | γρικάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικάει |
| εμείς | γρικάμε |
| εσείς | γρικάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικάνε |
Παρατατικός
| εγώ | γρικούσα |
| εσύ | γρικούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικούσε |
| εμείς | γρικούσαμε |
| εσείς | γρικούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικούσαν |
Αόριστος
| εγώ | γρίκησα |
| εσύ | γρίκησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρίκησε |
| εμείς | γρικήσαμε |
| εσείς | γρικήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρίκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γρικήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γρικήσω |
| εσύ | γρικήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικήσει |
| εμείς | γρικήσουμε |
| εσείς | γρικήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γρίκα |
| εσείς | γρικάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γρίκησε |
| εσείς | γρικήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γρικήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γρικιέμαι |
| εσύ | γρικιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικιέται |
| εμείς | γρικιόμαστε |
| εσείς | γρικιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | γρικιόμουν |
| εσύ | γρικιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικιόταν |
| εμείς | γρικιόμασταν |
| εσείς | γρικιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | γρικήθηκα |
| εσύ | γρικήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικήθηκε |
| εμείς | γρικηθήκαμε |
| εσείς | γρικηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γρικηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γρικηθώ |
| εσύ | γρικηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γρικηθεί |
| εμείς | γρικηθούμε |
| εσείς | γρικηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γρικηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γρικιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γρικήσου |
| εσείς | γρικηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γρικηθεί |