HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γρικάω — definition

Conjugation of γρικάω

Regular CEFR B1
ɣɾiˈka.o

(for the passive form (α)γρικιέμαι ((a)grikiémai): I am heard by someone and we are in agreement. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γρικάω
εσύ γρικάς
αυτός / αυτή / αυτό γρικάει
εμείς γρικάμε
εσείς γρικάτε
αυτοί / αυτές / αυτά γρικάνε
Παρατατικός
εγώ γρικούσα
εσύ γρικούσες
αυτός / αυτή / αυτό γρικούσε
εμείς γρικούσαμε
εσείς γρικούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γρικούσαν
Αόριστος
εγώ γρίκησα
εσύ γρίκησες
αυτός / αυτή / αυτό γρίκησε
εμείς γρικήσαμε
εσείς γρικήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γρίκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γρικήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γρικήσω
εσύ γρικήσεις
αυτός / αυτή / αυτό γρικήσει
εμείς γρικήσουμε
εσείς γρικήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γρικήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γρίκα
εσείς γρικάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γρίκησε
εσείς γρικήστε
Απαρέμφατο αορίστου
γρικήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γρικιέμαι
εσύ γρικιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό γρικιέται
εμείς γρικιόμαστε
εσείς γρικιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά γρικιούνται
Παρατατικός
εγώ γρικιόμουν
εσύ γρικιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γρικιόταν
εμείς γρικιόμασταν
εσείς γρικιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γρικιόνταν
Αόριστος
εγώ γρικήθηκα
εσύ γρικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό γρικήθηκε
εμείς γρικηθήκαμε
εσείς γρικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γρικήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γρικηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γρικηθώ
εσύ γρικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό γρικηθεί
εμείς γρικηθούμε
εσείς γρικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γρικηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γρικιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γρικήσου
εσείς γρικηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γρικηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary