HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γρινιάζω — definition

Conjugation of γρινιάζω

Regular CEFR B2
ɣɾiˈɲa.zo

άλλη μορφή του γκρινιάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γρινιάζω
εσύ γρινιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό γρινιάζει
εμείς γρινιάζουμε
εσείς γρινιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γρινιάζουν
Παρατατικός
εγώ γρίνιαζα
εσύ γρίνιαζες
αυτός / αυτή / αυτό γρίνιαζε
εμείς γρινιάζαμε
εσείς γρινιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γρίνιαζαν
Αόριστος
εγώ γρίνιαξα
εσύ γρίνιαξες
αυτός / αυτή / αυτό γρίνιαξε
εμείς γρινιάξαμε
εσείς γρινιάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά γρίνιαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γρινιάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γρινιάξω
εσύ γρινιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό γρινιάξει
εμείς γρινιάξουμε
εσείς γρινιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά γρινιάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γρίνιαζε
εσείς γρινιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γρίνιαξε
εσείς γρινιάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
γρινιάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary