Conjugation of γνωρίζω
ɣnoˈɾi.zoσυστήνω, παρουσιάζω έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλο για πρώτη φορά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γνωρίζω |
| εσύ | γνωρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνωρίζει |
| εμείς | γνωρίζουμε |
| εσείς | γνωρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνωρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | γνώριζα |
| εσύ | γνώριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνώριζε |
| εμείς | γνωρίζαμε |
| εσείς | γνωρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνώριζαν |
Αόριστος
| εγώ | γνώρισα |
| εσύ | γνώρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνώρισε |
| εμείς | γνωρίσαμε |
| εσείς | γνωρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνώρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γνωρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γνωρίσω |
| εσύ | γνωρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνωρίσει |
| εμείς | γνωρίσουμε |
| εσείς | γνωρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνωρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γνώριζε |
| εσείς | γνωρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γνώρισε |
| εσείς | γνωρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γνωρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γνωρίζομαι |
| εσύ | γνωρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνωρίζεται |
| εμείς | γνωριζόμαστε |
| εσείς | γνωρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνωρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | γνωριζόμουν |
| εσύ | γνωριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνωριζόταν |
| εμείς | γνωριζόμασταν |
| εσείς | γνωριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνωρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | γνωρίστηκα |
| εσύ | γνωρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνωρίστηκε |
| εμείς | γνωριστήκαμε |
| εσείς | γνωριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνωρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γνωριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γνωριστώ |
| εσύ | γνωριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γνωριστεί |
| εμείς | γνωριστούμε |
| εσείς | γνωριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γνωριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γνωρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γνωρίσου |
| εσείς | γνωριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γνωριστεί |