HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γνωρίζω — definition

Conjugation of γνωρίζω

Regular CEFR A2
ɣnoˈɾi.zo

συστήνω, παρουσιάζω έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλο για πρώτη φορά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γνωρίζω
εσύ γνωρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό γνωρίζει
εμείς γνωρίζουμε
εσείς γνωρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά γνωρίζουν
Παρατατικός
εγώ γνώριζα
εσύ γνώριζες
αυτός / αυτή / αυτό γνώριζε
εμείς γνωρίζαμε
εσείς γνωρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά γνώριζαν
Αόριστος
εγώ γνώρισα
εσύ γνώρισες
αυτός / αυτή / αυτό γνώρισε
εμείς γνωρίσαμε
εσείς γνωρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γνώρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γνωρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γνωρίσω
εσύ γνωρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό γνωρίσει
εμείς γνωρίσουμε
εσείς γνωρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γνωρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γνώριζε
εσείς γνωρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γνώρισε
εσείς γνωρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
γνωρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γνωρίζομαι
εσύ γνωρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γνωρίζεται
εμείς γνωριζόμαστε
εσείς γνωρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γνωρίζονται
Παρατατικός
εγώ γνωριζόμουν
εσύ γνωριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γνωριζόταν
εμείς γνωριζόμασταν
εσείς γνωριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γνωρίζονταν
Αόριστος
εγώ γνωρίστηκα
εσύ γνωρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό γνωρίστηκε
εμείς γνωριστήκαμε
εσείς γνωριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γνωρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γνωριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γνωριστώ
εσύ γνωριστείς
αυτός / αυτή / αυτό γνωριστεί
εμείς γνωριστούμε
εσείς γνωριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γνωριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γνωρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γνωρίσου
εσείς γνωριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γνωριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary