Conjugation of γκαστρώνω
ɡaˈstɾonoπροκαλώ ενόχληση, αγανάκτηση σε κάποιον χρονοτριβώντας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γκαστρώνω |
| εσύ | γκαστρώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκαστρώνει |
| εμείς | γκαστρώνουμε |
| εσείς | γκαστρώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκαστρώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | γκάστρωνα |
| εσύ | γκάστρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκάστρωνε |
| εμείς | γκαστρώναμε |
| εσείς | γκαστρώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκάστρωναν |
Αόριστος
| εγώ | γκάστρωσα |
| εσύ | γκάστρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκάστρωσε |
| εμείς | γκαστρώσαμε |
| εσείς | γκαστρώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκάστρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γκαστρώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γκαστρώσω |
| εσύ | γκαστρώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκαστρώσει |
| εμείς | γκαστρώσουμε |
| εσείς | γκαστρώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκαστρώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | γκάστρωνε |
| εσείς | γκαστρώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γκάστρωσε |
| εσείς | γκαστρώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γκαστρώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | γκαστρώνομαι |
| εσύ | γκαστρώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκαστρώνεται |
| εμείς | γκαστρωνόμαστε |
| εσείς | γκαστρώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκαστρώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | γκαστρωνόμουν |
| εσύ | γκαστρωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκαστρωνόταν |
| εμείς | γκαστρωνόμασταν |
| εσείς | γκαστρωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκαστρώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | γκαστρώθηκα |
| εσύ | γκαστρώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκαστρώθηκε |
| εμείς | γκαστρωθήκαμε |
| εσείς | γκαστρωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκαστρώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα γκαστρωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | γκαστρωθώ |
| εσύ | γκαστρωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | γκαστρωθεί |
| εμείς | γκαστρωθούμε |
| εσείς | γκαστρωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | γκαστρωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | γκαστρώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | γκαστρώσου |
| εσείς | γκαστρωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | γκαστρωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.