γκαστρώνω
Ορισμοί
-
καθιστώ (κάποιαν) έγκυο transitive
-
προκαλώ ενόχληση, αγανάκτηση σε κάποιον χρονοτριβώντας figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of γκαστρώνω.
Ισοδύναμα
14 more languages
العربيةحاصر
Ελληνικάεμποτίζω
Portuguêsbug
Русскийде́лать бере́меннойимпрегнироватьнаполнятьобрюхатитьпропитатьпропитыватьразминатьсясде́лать бере́менной
УкраїнськаБуг
Παραδείγματα
“Την γκάστρωσε και μετά την παράτησε.”
He knocked her up and then left her.
“Μας γκάστρωσες με τις ερωτήσεις σου!”
You've bugged the hell out of us with your questions!
“※ Έμαθα, μεγάλος πια, ... πως ο πατέρας του αφεντικού είχε στριμώξει τη μάνα μου, δεκαπέντε ετών τότε, κοντά στο ποτάμι.... Πόσο κράτησε τ'αλισβερίσι δεν έμαθα. Ξέρω μόνο πως όταν γκαστρώθηκε, την πάντρεψε στα γρήγορα μ'έναν εργάτη του. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ «Άντε ρε Φαρδή μας γκάστρωσες», είπε ο Δημητρός σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό. «Θα φάμε όλη τη νύχτα και το σπουδαίο δε θα μας το πεις». (Δημήτρης Βασιλειάδης, Σελειπονούς (1ο τριλογίας), εκδ. Παρατηρητής, 1977, σελ. 43)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free