Meaning of γκαστρώνω | Babel Free
/ɡaˈstɾono/Ορισμοί
-
καθιστώ (κάποιαν) έγκυο transitive
-
προκαλώ ενόχληση, αγανάκτηση σε κάποιον χρονοτριβώντας figuratively
Παραδείγματα
“Την γκάστρωσε και μετά την παράτησε.”
He knocked her up and then left her.
“Μας γκάστρωσες με τις ερωτήσεις σου!”
You've bugged the hell out of us with your questions!
“※ Έμαθα, μεγάλος πια, ... πως ο πατέρας του αφεντικού είχε στριμώξει τη μάνα μου, δεκαπέντε ετών τότε, κοντά στο ποτάμι.... Πόσο κράτησε τ'αλισβερίσι δεν έμαθα. Ξέρω μόνο πως όταν γκαστρώθηκε, την πάντρεψε στα γρήγορα μ'έναν εργάτη του. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)”
“※ «Άντε ρε Φαρδή μας γκάστρωσες», είπε ο Δημητρός σηκώνοντας τα χέρια του προς τον ουρανό. «Θα φάμε όλη τη νύχτα και το σπουδαίο δε θα μας το πεις». (Δημήτρης Βασιλειάδης, Σελειπονούς (1ο τριλογίας), εκδ. Παρατηρητής, 1977, σελ. 43)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.