HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γερνάω — definition

Conjugation of γερνάω

Regular CEFR C2
ʝeɾˈna.o

γίνομαι γέρος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γερνάω
εσύ γερνάς
αυτός / αυτή / αυτό γερνάει
εμείς γερνάμε
εσείς γερνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά γερνάνε
Παρατατικός
εγώ γερνούσα
εσύ γερνούσες
αυτός / αυτή / αυτό γερνούσε
εμείς γερνούσαμε
εσείς γερνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γερνούσαν
Αόριστος
εγώ γέρασα
εσύ γέρασες
αυτός / αυτή / αυτό γέρασε
εμείς γεράσαμε
εσείς γεράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά γέρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γεράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γεράσω
εσύ γεράσεις
αυτός / αυτή / αυτό γεράσει
εμείς γεράσουμε
εσείς γεράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά γεράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γέρνα
εσείς γερνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γέρασε
εσείς γεράστε
Απαρέμφατο αορίστου
γεράσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary