HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γίνομαι — definition

Conjugation of γίνομαι

Regular CEFR B2
ˈʝi.no.me

λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γίνομαι
εσύ γίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γίνεται
εμείς γινόμαστε
εσείς γίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γίνονται
Παρατατικός
εγώ γινόμουν
εσύ γινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γινόταν
εμείς γινόμασταν
εσείς γινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γίνονταν
Αόριστος
εγώ έγινα
εσύ έγινες
αυτός / αυτή / αυτό έγινε
εμείς γίναμε
εσείς γίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έγιναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γίνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γίνω
εσύ γίνεις
αυτός / αυτή / αυτό γίνει
εμείς γίνουμε
εσείς γίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά γίνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γίνε
εσείς γίνετε
Απαρέμφατο αορίστου
γίνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary