HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βρέχω — definition

Conjugation of βρέχω

Regular CEFR B1
ˈvre.xo

τις βρέχω ραπίζω, χτυπώ, δέρνω → δείτε την έκφραση: σπάω στο ξύλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βρέχω
εσύ βρέχεις
αυτός / αυτή / αυτό βρέχει
εμείς βρέχουμε
εσείς βρέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά βρέχουν
Παρατατικός
εγώ έβρεχα
εσύ έβρεχες
αυτός / αυτή / αυτό έβρεχε
εμείς βρέχαμε
εσείς βρέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβρεχαν
Αόριστος
εγώ έβρεξα
εσύ έβρεξες
αυτός / αυτή / αυτό έβρεξε
εμείς βρέξαμε
εσείς βρέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβρεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βρέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βρέξω
εσύ βρέξεις
αυτός / αυτή / αυτό βρέξει
εμείς βρέξουμε
εσείς βρέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά βρέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βρέχε
εσείς βρέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βρέξε
εσείς βρέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
βρέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βρέχομαι
εσύ βρέχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βρέχεται
εμείς βρεχόμαστε
εσείς βρέχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βρέχονται
Παρατατικός
εγώ βρεχόμουν
εσύ βρεχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βρεχόταν
εμείς βρεχόμασταν
εσείς βρεχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βρέχονταν
Αόριστος
εγώ βράχηκα
εσύ βράχηκες
αυτός / αυτή / αυτό βράχηκε
εμείς βραχήκαμε
εσείς βραχήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βράχηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βραχώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βραχώ
εσύ βραχείς
αυτός / αυτή / αυτό βραχεί
εμείς βραχούμε
εσείς βραχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βραχούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βρέχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βρέξου
εσείς βραχείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βραχεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary