Conjugation of βρέχω
ˈvre.xoτις βρέχω ραπίζω, χτυπώ, δέρνω → δείτε την έκφραση: σπάω στο ξύλο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρέχω |
| εσύ | βρέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρέχει |
| εμείς | βρέχουμε |
| εσείς | βρέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρέχουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβρεχα |
| εσύ | έβρεχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβρεχε |
| εμείς | βρέχαμε |
| εσείς | βρέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβρεχαν |
Αόριστος
| εγώ | έβρεξα |
| εσύ | έβρεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβρεξε |
| εμείς | βρέξαμε |
| εσείς | βρέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβρεξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βρέξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βρέξω |
| εσύ | βρέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρέξει |
| εμείς | βρέξουμε |
| εσείς | βρέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρέξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βρέχε |
| εσείς | βρέχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρέξε |
| εσείς | βρέξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βρέξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρέχομαι |
| εσύ | βρέχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρέχεται |
| εμείς | βρεχόμαστε |
| εσείς | βρέχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρέχονται |
Παρατατικός
| εγώ | βρεχόμουν |
| εσύ | βρεχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρεχόταν |
| εμείς | βρεχόμασταν |
| εσείς | βρεχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρέχονταν |
Αόριστος
| εγώ | βράχηκα |
| εσύ | βράχηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βράχηκε |
| εμείς | βραχήκαμε |
| εσείς | βραχήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βράχηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βραχώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βραχώ |
| εσύ | βραχείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βραχεί |
| εμείς | βραχούμε |
| εσείς | βραχείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βραχούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βρέχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρέξου |
| εσείς | βραχείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βραχεί |