HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βρίζω — definition

Conjugation of βρίζω

Regular CEFR C2
ˈvɾizo

εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βρίζω
εσύ βρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βρίζει
εμείς βρίζουμε
εσείς βρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βρίζουν
Παρατατικός
εγώ έβριζα
εσύ έβριζες
αυτός / αυτή / αυτό έβριζε
εμείς βρίζαμε
εσείς βρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβριζαν
Αόριστος
εγώ έβρισα
εσύ έβρισες
αυτός / αυτή / αυτό έβρισε
εμείς βρίσαμε
εσείς βρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βρίσω
εσύ βρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βρίσει
εμείς βρίσουμε
εσείς βρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βρίζε
εσείς βρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βρίσε
εσείς βρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βρίζομαι
εσύ βρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βρίζεται
εμείς βριζόμαστε
εσείς βρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βρίζονται
Παρατατικός
εγώ βριζόμουν
εσύ βριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βριζόταν
εμείς βριζόμασταν
εσείς βριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βρίζονταν
Αόριστος
εγώ βρίστηκα
εσύ βρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βρίστηκε
εμείς βριστήκαμε
εσείς βριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βριστώ
εσύ βριστείς
αυτός / αυτή / αυτό βριστεί
εμείς βριστούμε
εσείς βριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βρίσου
εσείς βριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary