Conjugation of βρίζω
ˈvɾizoεκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, λέξεις ή φράσεις επιθετικές, προσβλητικές, χυδαίες ή ασεβείς προς τα θεία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρίζω |
| εσύ | βρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρίζει |
| εμείς | βρίζουμε |
| εσείς | βρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβριζα |
| εσύ | έβριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβριζε |
| εμείς | βρίζαμε |
| εσείς | βρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβριζαν |
Αόριστος
| εγώ | έβρισα |
| εσύ | έβρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβρισε |
| εμείς | βρίσαμε |
| εσείς | βρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βρίσω |
| εσύ | βρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρίσει |
| εμείς | βρίσουμε |
| εσείς | βρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βρίζε |
| εσείς | βρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρίσε |
| εσείς | βρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βρίζομαι |
| εσύ | βρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρίζεται |
| εμείς | βριζόμαστε |
| εσείς | βρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βριζόμουν |
| εσύ | βριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βριζόταν |
| εμείς | βριζόμασταν |
| εσείς | βριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βρίστηκα |
| εσύ | βρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βρίστηκε |
| εμείς | βριστήκαμε |
| εσείς | βριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βριστώ |
| εσύ | βριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βριστεί |
| εμείς | βριστούμε |
| εσείς | βριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βρίσου |
| εσείς | βριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βριστεί |