Conjugation of βασανίζω
vasaˈnizoυποβάλλω ένα πνευματικό δημιούργημα σε εξαντλητικό έλεγχο (σε διανοητική βάσανο) πριν το θεωρήσω ολοκληρωμένο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βασανίζω |
| εσύ | βασανίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασανίζει |
| εμείς | βασανίζουμε |
| εσείς | βασανίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασανίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | βασάνιζα |
| εσύ | βασάνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασάνιζε |
| εμείς | βασανίζαμε |
| εσείς | βασανίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασάνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | βασάνισα |
| εσύ | βασάνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασάνισε |
| εμείς | βασανίσαμε |
| εσείς | βασανίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασάνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βασανίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βασανίσω |
| εσύ | βασανίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασανίσει |
| εμείς | βασανίσουμε |
| εσείς | βασανίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασανίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βασάνιζε |
| εσείς | βασανίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βασάνισε |
| εσείς | βασανίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βασανίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βασανίζομαι |
| εσύ | βασανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασανίζεται |
| εμείς | βασανιζόμαστε |
| εσείς | βασανίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασανίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | βασανιζόμουν |
| εσύ | βασανιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασανιζόταν |
| εμείς | βασανιζόμασταν |
| εσείς | βασανιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασανίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | βασανίστηκα |
| εσύ | βασανίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασανίστηκε |
| εμείς | βασανιστήκαμε |
| εσείς | βασανιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασανίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βασανιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βασανιστώ |
| εσύ | βασανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βασανιστεί |
| εμείς | βασανιστούμε |
| εσείς | βασανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βασανιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | βασανίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βασανίσου |
| εσείς | βασανιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βασανιστεί |