HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βασανίζω — definition

Conjugation of βασανίζω

Regular CEFR C2
vasaˈnizo

υποβάλλω ένα πνευματικό δημιούργημα σε εξαντλητικό έλεγχο (σε διανοητική βάσανο) πριν το θεωρήσω ολοκληρωμένο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασανίζω
εσύ βασανίζεις
αυτός / αυτή / αυτό βασανίζει
εμείς βασανίζουμε
εσείς βασανίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασανίζουν
Παρατατικός
εγώ βασάνιζα
εσύ βασάνιζες
αυτός / αυτή / αυτό βασάνιζε
εμείς βασανίζαμε
εσείς βασανίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασάνιζαν
Αόριστος
εγώ βασάνισα
εσύ βασάνισες
αυτός / αυτή / αυτό βασάνισε
εμείς βασανίσαμε
εσείς βασανίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασάνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασανίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασανίσω
εσύ βασανίσεις
αυτός / αυτή / αυτό βασανίσει
εμείς βασανίσουμε
εσείς βασανίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά βασανίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βασάνιζε
εσείς βασανίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βασάνισε
εσείς βασανίστε
Απαρέμφατο αορίστου
βασανίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βασανίζομαι
εσύ βασανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό βασανίζεται
εμείς βασανιζόμαστε
εσείς βασανίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά βασανίζονται
Παρατατικός
εγώ βασανιζόμουν
εσύ βασανιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό βασανιζόταν
εμείς βασανιζόμασταν
εσείς βασανιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά βασανίζονταν
Αόριστος
εγώ βασανίστηκα
εσύ βασανίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό βασανίστηκε
εμείς βασανιστήκαμε
εσείς βασανιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βασανίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασανιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βασανιστώ
εσύ βασανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό βασανιστεί
εμείς βασανιστούμε
εσείς βασανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βασανιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς βασανίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βασανίσου
εσείς βασανιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βασανιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary