HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← βάζω — definition

Conjugation of βάζω

Regular CEFR B1
ˈvazo

συμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ βάζω
εσύ βάζεις
αυτός / αυτή / αυτό βάζει
εμείς βάζουμε
εσείς βάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά βάζουν
Παρατατικός
εγώ έβαζα
εσύ έβαζες
αυτός / αυτή / αυτό έβαζε
εμείς βάζαμε
εσείς βάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαζαν
Αόριστος
εγώ έβαλα
εσύ έβαλες
αυτός / αυτή / αυτό έβαλε
εμείς βάλαμε
εσείς βάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά έβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βάλω
εσύ βάλεις
αυτός / αυτή / αυτό βάλει
εμείς βάλουμε
εσείς βάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά βάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ βάζε
εσείς βάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάλε
εσείς βάλτε
Απαρέμφατο αορίστου
βάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Αόριστος
εγώ βάλθηκα
εσύ βάλθηκες
αυτός / αυτή / αυτό βάλθηκε
εμείς βαλθήκαμε
εσείς βαλθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά βάλθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαλθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ βαλθώ
εσύ βαλθείς
αυτός / αυτή / αυτό βαλθεί
εμείς βαλθούμε
εσείς βαλθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά βαλθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ βάλσου
εσείς βαλθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
βαλθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary