Conjugation of βάζω
ˈvazoσυμπληρώνω, γράφω, σημειώνω λέξη, γράμμα ή αριθμό ή άλλο σύμβολο σε κενό ενός εγγράφου, δελτίου ή φόρμας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | βάζω |
| εσύ | βάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάζει |
| εμείς | βάζουμε |
| εσείς | βάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έβαζα |
| εσύ | έβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβαζε |
| εμείς | βάζαμε |
| εσείς | βάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβαζαν |
Αόριστος
| εγώ | έβαλα |
| εσύ | έβαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έβαλε |
| εμείς | βάλαμε |
| εσείς | βάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έβαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βάλω |
| εσύ | βάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάλει |
| εμείς | βάλουμε |
| εσείς | βάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | βάζε |
| εσείς | βάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βάλε |
| εσείς | βάλτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βάλει |
Μεσοπαθητική φωνή
Αόριστος
| εγώ | βάλθηκα |
| εσύ | βάλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | βάλθηκε |
| εμείς | βαλθήκαμε |
| εσείς | βαλθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βάλθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα βαλθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | βαλθώ |
| εσύ | βαλθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | βαλθεί |
| εμείς | βαλθούμε |
| εσείς | βαλθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | βαλθούν |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | βάλσου |
| εσείς | βαλθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | βαλθεί |