HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αφήνω — definition

Conjugation of αφήνω

Regular CEFR B1
aˈfi.no

χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφήνω
εσύ αφήνεις
αυτός / αυτή / αυτό αφήνει
εμείς αφήνουμε
εσείς αφήνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφήνουν
Παρατατικός
εγώ άφηνα
εσύ άφηνες
αυτός / αυτή / αυτό άφηνε
εμείς αφήναμε
εσείς αφήνατε
αυτοί / αυτές / αυτά άφηναν
Αόριστος
εγώ άφησα
εσύ άφησες
αυτός / αυτή / αυτό άφησε
εμείς αφήσαμε
εσείς αφήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άφησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφήσω
εσύ αφήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αφήσει
εμείς αφήσουμε
εσείς αφήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αφήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άφηνε
εσείς αφήνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άφησε
εσείς αφήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αφήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αφήνομαι
εσύ αφήνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αφήνεται
εμείς αφηνόμαστε
εσείς αφήνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αφήνονται
Παρατατικός
εγώ αφηνόμουν
εσύ αφηνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αφηνόταν
εμείς αφηνόμασταν
εσείς αφηνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αφήνονταν
Αόριστος
εγώ αφέθηκα
εσύ αφέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αφέθηκε
εμείς αφεθήκαμε
εσείς αφεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αφέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αφεθώ
εσύ αφεθείς
αυτός / αυτή / αυτό αφεθεί
εμείς αφεθούμε
εσείς αφεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αφεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αφήνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αφέσου
εσείς αφεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αφεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary