HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασκώ — definition

Conjugation of ασκώ

Regular CEFR C2
aˈsko

υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασκώ
εσύ ασκείς
αυτός / αυτή / αυτό ασκεί
εμείς ασκούμε
εσείς ασκείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασκούν
Παρατατικός
εγώ ασκούσα
εσύ ασκούσες
αυτός / αυτή / αυτό ασκούσε
εμείς ασκούσαμε
εσείς ασκούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασκούσαν
Αόριστος
εγώ άσκησα
εσύ άσκησες
αυτός / αυτή / αυτό άσκησε
εμείς ασκήσαμε
εσείς ασκήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άσκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασκήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασκήσω
εσύ ασκήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ασκήσει
εμείς ασκήσουμε
εσείς ασκήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ασκήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασκείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άσκησε
εσείς ασκήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ασκήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασκούμαι
εσύ ασκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ασκείται
εμείς ασκούμαστε
εσείς ασκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ασκούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ασκούνταν
εμείς ασκούμασταν
εσείς [ασκούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ασκούνταν
Αόριστος
εγώ ασκήθηκα
εσύ ασκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ασκήθηκε
εμείς ασκηθήκαμε
εσείς ασκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασκήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασκηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασκηθώ
εσύ ασκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ασκηθεί
εμείς ασκηθούμε
εσείς ασκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασκηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασκείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασκήσου
εσείς ασκηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ασκηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary