Conjugation of ασκώ
aˈskoυποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ασκώ |
| εσύ | ασκείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκεί |
| εμείς | ασκούμε |
| εσείς | ασκείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκούν |
Παρατατικός
| εγώ | ασκούσα |
| εσύ | ασκούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκούσε |
| εμείς | ασκούσαμε |
| εσείς | ασκούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκούσαν |
Αόριστος
| εγώ | άσκησα |
| εσύ | άσκησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άσκησε |
| εμείς | ασκήσαμε |
| εσείς | ασκήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άσκησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ασκήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ασκήσω |
| εσύ | ασκήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκήσει |
| εμείς | ασκήσουμε |
| εσείς | ασκήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ασκείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άσκησε |
| εσείς | ασκήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ασκήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ασκούμαι |
| εσύ | ασκείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκείται |
| εμείς | ασκούμαστε |
| εσείς | ασκείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκούνταν |
| εμείς | ασκούμασταν |
| εσείς | [ασκούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ασκήθηκα |
| εσύ | ασκήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκήθηκε |
| εμείς | ασκηθήκαμε |
| εσείς | ασκηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ασκηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ασκηθώ |
| εσύ | ασκηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασκηθεί |
| εμείς | ασκηθούμε |
| εσείς | ασκηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασκηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ασκείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ασκήσου |
| εσείς | ασκηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ασκηθεί |