Conjugation of ασπάζομαι
aˈspa.zo.meενστερνίζομαι μια ιδεολογία ή γίνομαι πιστός μιας θρησκείας Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ασπάζομαι |
| εσύ | ασπάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασπάζεται |
| εμείς | ασπαζόμαστε |
| εσείς | ασπάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασπάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ασπαζόμουν |
| εσύ | ασπαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασπαζόταν |
| εμείς | ασπαζόμασταν |
| εσείς | ασπαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασπάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ασπάστηκα |
| εσύ | ασπάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασπάστηκε |
| εμείς | ασπαστήκαμε |
| εσείς | ασπαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασπάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ασπαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ασπαστώ |
| εσύ | ασπαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ασπαστεί |
| εμείς | ασπαστούμε |
| εσείς | ασπαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ασπαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ασπάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ασπάσου |
| εσείς | ασπαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ασπαστεί |