HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ασπάζομαι — definition

Conjugation of ασπάζομαι

Regular CEFR B2
aˈspa.zo.me

ενστερνίζομαι μια ιδεολογία ή γίνομαι πιστός μιας θρησκείας Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ασπάζομαι
εσύ ασπάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ασπάζεται
εμείς ασπαζόμαστε
εσείς ασπάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπάζονται
Παρατατικός
εγώ ασπαζόμουν
εσύ ασπαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ασπαζόταν
εμείς ασπαζόμασταν
εσείς ασπαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ασπάζονταν
Αόριστος
εγώ ασπάστηκα
εσύ ασπάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ασπάστηκε
εμείς ασπαστήκαμε
εσείς ασπαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασπαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ασπαστώ
εσύ ασπαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ασπαστεί
εμείς ασπαστούμε
εσείς ασπαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ασπαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ασπάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ασπάσου
εσείς ασπαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ασπαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary