HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρχινάω — definition

Conjugation of αρχινάω

Regular CEFR B1
aɾ.çiˈna.o

αρχίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρχινάω
εσύ αρχινάς
αυτός / αυτή / αυτό αρχινάει
εμείς αρχινάμε
εσείς αρχινάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχινάνε
Παρατατικός
εγώ αρχινούσα
εσύ αρχινούσες
αυτός / αυτή / αυτό αρχινούσε
εμείς αρχινούσαμε
εσείς αρχινούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχινούσαν
Αόριστος
εγώ αρχίνησα
εσύ αρχίνησες
αυτός / αυτή / αυτό αρχίνησε
εμείς αρχινήσαμε
εσείς αρχινήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχίνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρχινήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρχινήσω
εσύ αρχινήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρχινήσει
εμείς αρχινήσουμε
εσείς αρχινήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχινήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αρχίνα
εσείς αρχινάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρχίνησε
εσείς αρχινήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αρχινήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary