HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αρχινίζω — definition

Conjugation of αρχινίζω

Regular CEFR B2

άλλη μορφή του αρχίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αρχινίζω
εσύ αρχινίζεις
αυτός / αυτή / αυτό αρχινίζει
εμείς αρχινίζουμε
εσείς αρχινίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχινίζουν
Παρατατικός
εγώ αρχίνιζα
εσύ αρχίνιζες
αυτός / αυτή / αυτό αρχίνιζε
εμείς αρχινίζαμε
εσείς αρχινίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχίνιζαν
Αόριστος
εγώ αρχίνισα
εσύ αρχίνισες
αυτός / αυτή / αυτό αρχίνισε
εμείς αρχινίσαμε
εσείς αρχινίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχίνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρχινίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αρχινίσω
εσύ αρχινίσεις
αυτός / αυτή / αυτό αρχινίσει
εμείς αρχινίσουμε
εσείς αρχινίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αρχινίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αρχίνιζε
εσείς αρχινίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αρχίνισε
εσείς αρχινίστε
Απαρέμφατο αορίστου
αρχινίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary