Conjugation of απωθώ
a.poˈθoαποκρούω έναν επιτιθέμενο και τον εξαναγκάζω να επιστρέψει στο σημείο από το οποίο εκδήλωσε την επίθεσή του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απωθώ |
| εσύ | απωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθεί |
| εμείς | απωθούμε |
| εσείς | απωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθούν |
Παρατατικός
| εγώ | απωθούσα |
| εσύ | απωθούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθούσε |
| εμείς | απωθούσαμε |
| εσείς | απωθούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθούσαν |
Αόριστος
| εγώ | απώθησα |
| εσύ | απώθησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απώθησε |
| εμείς | απωθήσαμε |
| εσείς | απωθήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απώθησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απωθήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απωθήσω |
| εσύ | απωθήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθήσει |
| εμείς | απωθήσουμε |
| εσείς | απωθήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απωθείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απώθησε |
| εσείς | απωθήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απωθήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | απωθούμαι |
| εσύ | απωθείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθείται |
| εμείς | απωθούμαστε |
| εσείς | απωθείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθούνταν |
| εμείς | απωθούμασταν |
| εσείς | [απωθούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθούνταν |
Αόριστος
| εγώ | απωθήθηκα |
| εσύ | απωθήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθήθηκε |
| εμείς | απωθηθήκαμε |
| εσείς | απωθηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα απωθηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | απωθηθώ |
| εσύ | απωθηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | απωθηθεί |
| εμείς | απωθηθούμε |
| εσείς | απωθηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απωθηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | απωθείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απωθήσου |
| εσείς | απωθηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | απωθηθεί |