HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποτρέπω — definition

Conjugation of αποτρέπω

Regular CEFR B2
a.poˈtɾe.po

προσπαθώ να πείσω κάποιον να μην κάνει μια συγκεκριμένη ενέργεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποτρέπω
εσύ αποτρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό αποτρέπει
εμείς αποτρέπουμε
εσείς αποτρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτρέπουν
Παρατατικός
εγώ απέτρεπα
εσύ απέτρεπες
αυτός / αυτή / αυτό απέτρεπε
εμείς αποτρέπαμε
εσείς αποτρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέτρεπαν
Αόριστος
εγώ απέτρεψα
εσύ απέτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό απέτρεψε
εμείς αποτρέψαμε
εσείς αποτρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποτρέψω
εσύ αποτρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό αποτρέψει
εμείς αποτρέψουμε
εσείς αποτρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απότρεπε
εσείς αποτρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απότρεψε
εσείς αποτρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποτρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποτρέπομαι
εσύ αποτρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποτρέπεται
εμείς αποτρεπόμαστε
εσείς αποτρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτρέπονται
Παρατατικός
εγώ αποτρεπόμουν
εσύ αποτρεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποτρεπόταν
εμείς αποτρεπόμασταν
εσείς αποτρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποτρέπονταν
Αόριστος
εγώ αποτράπηκα
εσύ αποτράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποτράπηκε
εμείς αποτραπήκαμε
εσείς αποτραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτράπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτραπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποτραπώ
εσύ αποτραπείς
αυτός / αυτή / αυτό αποτραπεί
εμείς αποτραπούμε
εσείς αποτραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποτρέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποτρέψου
εσείς αποτραπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποτραπεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary