Conjugation of αποβάλλω
a.poˈva.loτου δίνω αποβολή, τον διώχνω (επίσημα) για κάποιο σοβαρό παράπτωμα από το σχολείο για σύντομο χρονικό διάστημα (ή -σπάνια- μόνιμα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποβάλλω |
| εσύ | αποβάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβάλλει |
| εμείς | αποβάλλουμε |
| εσείς | αποβάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβάλλουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέβαλλα |
| εσύ | απέβαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέβαλλε |
| εμείς | αποβάλλαμε |
| εσείς | αποβάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέβαλλαν |
Αόριστος
| εγώ | απέβαλα |
| εσύ | απέβαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέβαλε |
| εμείς | αποβάλαμε |
| εσείς | αποβάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέβαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποβάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποβάλω |
| εσύ | αποβάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβάλει |
| εμείς | αποβάλουμε |
| εσείς | αποβάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόβαλλε |
| εσείς | αποβάλλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόβαλε |
| εσείς | αποβάλετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποβάλει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποβάλλομαι |
| εσύ | αποβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβάλλεται |
| εμείς | αποβαλλόμαστε |
| εσείς | αποβάλλεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβάλλονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποβαλλόμουν |
| εσύ | αποβαλλόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβαλλόταν |
| εμείς | αποβαλλόμασταν |
| εσείς | αποβαλλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβάλλονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποβλήθηκα |
| εσύ | αποβλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβλήθηκε |
| εμείς | αποβληθήκαμε |
| εσείς | αποβληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβλήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποβληθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποβληθώ |
| εσύ | αποβληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποβληθεί |
| εμείς | αποβληθούμε |
| εσείς | αποβληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποβληθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποβάλλεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | αποβληθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποβληθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.