HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανησυχώ — definition

Conjugation of ανησυχώ

Regular CEFR A2
a.ni.siˈxo

βρίσκομαι σε ανησυχία, διακατέχομαι από κάποια αγωνία ή φόβο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανησυχώ
εσύ ανησυχείς
αυτός / αυτή / αυτό ανησυχεί
εμείς ανησυχούμε
εσείς ανησυχείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανησυχούν
Παρατατικός
εγώ ανησυχούσα
εσύ ανησυχούσες
αυτός / αυτή / αυτό ανησυχούσε
εμείς ανησυχούσαμε
εσείς ανησυχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανησυχούσαν
Αόριστος
εγώ ανησύχησα
εσύ ανησύχησες
αυτός / αυτή / αυτό ανησύχησε
εμείς ανησυχήσαμε
εσείς ανησυχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανησύχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανησυχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανησυχήσω
εσύ ανησυχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανησυχήσει
εμείς ανησυχήσουμε
εσείς ανησυχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανησυχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανησυχείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανησύχησε
εσείς ανησυχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανησυχήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary