HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανηφορίζω — definition

Conjugation of ανηφορίζω

Regular CEFR B2

κινούμαι, επάνω σε έδαφος που έχει υψομετρικές διαφορές, με κατεύθυνση προς τα πάνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανηφορίζω
εσύ ανηφορίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ανηφορίζει
εμείς ανηφορίζουμε
εσείς ανηφορίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανηφορίζουν
Παρατατικός
εγώ ανηφόριζα
εσύ ανηφόριζες
αυτός / αυτή / αυτό ανηφόριζε
εμείς ανηφορίζαμε
εσείς ανηφορίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανηφόριζαν
Αόριστος
εγώ ανηφόρισα
εσύ ανηφόρισες
αυτός / αυτή / αυτό ανηφόρισε
εμείς ανηφορίσαμε
εσείς ανηφορίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανηφόρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανηφορίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανηφορίσω
εσύ ανηφορίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανηφορίσει
εμείς ανηφορίσουμε
εσείς ανηφορίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανηφορίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανηφόριζε
εσείς ανηφορίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανηφόρισε
εσείς ανηφορίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανηφορίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary