HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανεβάζω — definition

Conjugation of ανεβάζω

Regular CEFR C2
aneˈvazo

το βάζω ψηλά, το αυξάνω, το μεταφέρω σε ανώτερη θέση ή σε μεγαλύτερη τιμή -δραχμών, μοιρών γεωγραφικού πλάτους, βαθμού μαθήματος, πίεσης αρτηριακής, θερμομέτρου, συλλαβής Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανεβάζω
εσύ ανεβάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ανεβάζει
εμείς ανεβάζουμε
εσείς ανεβάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβάζουν
Παρατατικός
εγώ ανέβαζα
εσύ ανέβαζες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβαζε
εμείς ανεβάζαμε
εσείς ανεβάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβαζαν
Αόριστος
εγώ ανέβασα
εσύ ανέβασες
αυτός / αυτή / αυτό ανέβασε
εμείς ανεβάσαμε
εσείς ανεβάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέβασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανεβάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανεβάσω
εσύ ανεβάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανεβάσει
εμείς ανεβάσουμε
εσείς ανεβάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανέβαζε
εσείς ανεβάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανέβασε
εσείς ανεβάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανεβάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανεβάζομαι
εσύ ανεβάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανεβάζεται
εμείς ανεβαζόμαστε
εσείς ανεβάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβάζονται
Παρατατικός
εγώ ανεβαζόμουν
εσύ ανεβαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανεβαζόταν
εμείς ανεβαζόμασταν
εσείς ανεβαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβάζονταν
Αόριστος
εγώ ανεβάστηκα
εσύ ανεβάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανεβάστηκε
εμείς ανεβαστήκαμε
εσείς ανεβαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανεβαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανεβαστώ
εσύ ανεβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ανεβαστεί
εμείς ανεβαστούμε
εσείς ανεβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανεβαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανεβάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ανεβαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανεβαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary