HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανατρέπω — definition

Conjugation of ανατρέπω

Regular CEFR B2
a.naˈtɾe.po

αλλάζω ριζικά μια κατάσταση ή σχέδια ή προβλέψεις που θεωρούνταν βέβαιες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατρέπω
εσύ ανατρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατρέπει
εμείς ανατρέπουμε
εσείς ανατρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατρέπουν
Παρατατικός
εγώ ανέτρεπα
εσύ ανέτρεπες
αυτός / αυτή / αυτό ανέτρεπε
εμείς ανατρέπαμε
εσείς ανατρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέτρεπαν
Αόριστος
εγώ ανέτρεψα
εσύ ανέτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό ανέτρεψε
εμείς ανατρέψαμε
εσείς ανατρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανατρέψω
εσύ ανατρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατρέψει
εμείς ανατρέψουμε
εσείς ανατρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάτρεπε
εσείς ανατρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάτρεψε
εσείς ανατρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανατρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατρέπομαι
εσύ ανατρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανατρέπεται
εμείς ανατρεπόμαστε
εσείς ανατρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατρέπονται
Παρατατικός
εγώ ανατρεπόμουν
εσύ ανατρεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανατρεπόταν
εμείς ανατρεπόμασταν
εσείς ανατρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανατρέπονταν
Αόριστος
εγώ ανατράπηκα
εσύ ανατράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανατράπηκε
εμείς ανατραπήκαμε
εσείς ανατραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατράπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατραπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανατραπώ
εσύ ανατραπείς
αυτός / αυτή / αυτό ανατραπεί
εμείς ανατραπούμε
εσείς ανατραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατραπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανατρέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανατρέψου
εσείς ανατραπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανατραπεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary