Conjugation of ανατρέφω
a.naˈtɾe.foφροντίζω και παρέχω σε παιδί τα υλικά μέσα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανατρέφω (αναθρέφω →) |
| εσύ | ανατρέφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατρέφει |
| εμείς | ανατρέφουμε |
| εσείς | ανατρέφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατρέφουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέτρεφα |
| εσύ | ανέτρεφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέτρεφε |
| εμείς | ανατρέφαμε |
| εσείς | ανατρέφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέτρεφαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέθρεψα |
| εσύ | ανέθρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέθρεψε |
| εμείς | αναθρέψαμε |
| εσείς | αναθρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέθρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναθρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναθρέψω |
| εσύ | αναθρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναθρέψει |
| εμείς | αναθρέψουμε |
| εσείς | αναθρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναθρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανέτρεφε |
| εσείς | ανατρέφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάθρεψε |
| εσείς | αναθρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναθρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανατρέφομαι (→ αναθρέφομαι) |
| εσύ | ανατρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατρέφεται |
| εμείς | ανατρεφόμαστε |
| εσείς | ανατρέφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατρέφονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανατρεφόμουν |
| εσύ | ανατρεφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατρεφόταν |
| εμείς | ανατρεφόμασταν |
| εσείς | ανατρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατρέφονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανατράφηκα (→ αναθράφηκα) |
| εσύ | ανατράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατράφηκε |
| εμείς | ανατραφήκαμε |
| εσείς | ανατραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανατραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανατραφώ (→ αναθραφώ) |
| εσύ | ανατραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατραφεί |
| εμείς | ανατραφούμε |
| εσείς | ανατραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανατρέφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναθρέψου |
| εσείς | ανατραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανατραφεί |