HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανατείνω — definition

Conjugation of ανατείνω

Regular CEFR B2
a.naˈti.no

τείνω προς τα πάνω, σηκώνω, υψώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατείνω
εσύ ανατείνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατείνει
εμείς ανατείνουμε
εσείς ανατείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατείνουν
Παρατατικός
εγώ ανέτεινα
εσύ ανέτεινες
αυτός / αυτή / αυτό ανέτεινε
εμείς ανατείναμε
εσείς ανατείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέτειναν
Αόριστος
εγώ ανέτεινα
εσύ ανέτεινες
αυτός / αυτή / αυτό ανέτεινε
εμείς ανατείναμε
εσείς ανατείνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέτειναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατείνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανατείνω
εσύ ανατείνεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατείνει
εμείς ανατείνουμε
εσείς ανατείνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατείνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάτεινε
εσείς ανατείνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάτεινε
εσείς ανατείνετε
Απαρέμφατο αορίστου
ανατείνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατείνομαι
εσύ ανατείνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανατείνεται
εμείς ανατεινόμαστε
εσείς ανατείνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατείνονται
Παρατατικός
εγώ ανατεινόμουν
εσύ ανατεινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανατεινόταν
εμείς ανατεινόμασταν
εσείς ανατεινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανατείνονταν
Αόριστος
εγώ ανατάθηκα
εσύ ανατάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανατάθηκε
εμείς αναταθήκαμε
εσείς αναταθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναταθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναταθώ
εσύ αναταθείς
αυτός / αυτή / αυτό αναταθεί
εμείς αναταθούμε
εσείς αναταθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναταθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανατείνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς αναταθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναταθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary