HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανατέλλω — definition

Conjugation of ανατέλλω

Regular CEFR B2
a.naˈte.lo

αναδύομαι στην επιφάνεια και φέρνω αισιοδοξία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανατέλλω
εσύ ανατέλλεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατέλλει
εμείς ανατέλλουμε
εσείς ανατέλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατέλλουν
Παρατατικός
εγώ ανέτειλλα
εσύ ανέτειλλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέτειλλε
εμείς ανατέλλαμε
εσείς ανατέλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέτειλλαν
Αόριστος
εγώ ανέτειλα
εσύ ανέτειλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέτειλε
εμείς ανατείλαμε
εσείς ανατείλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέτειλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανατείλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανατείλω
εσύ ανατείλεις
αυτός / αυτή / αυτό ανατείλει
εμείς ανατείλουμε
εσείς ανατείλετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανατείλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάτελλε
εσείς ανατέλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάτειλε
εσείς ανατείλετε
Απαρέμφατο αορίστου
ανατείλει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary