Conjugation of ανατέλλω
a.naˈte.loαναδύομαι στην επιφάνεια και φέρνω αισιοδοξία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανατέλλω |
| εσύ | ανατέλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατέλλει |
| εμείς | ανατέλλουμε |
| εσείς | ανατέλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατέλλουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέτειλλα |
| εσύ | ανέτειλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέτειλλε |
| εμείς | ανατέλλαμε |
| εσείς | ανατέλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέτειλλαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέτειλα |
| εσύ | ανέτειλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέτειλε |
| εμείς | ανατείλαμε |
| εσείς | ανατείλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέτειλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανατείλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανατείλω |
| εσύ | ανατείλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανατείλει |
| εμείς | ανατείλουμε |
| εσείς | ανατείλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανατείλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάτελλε |
| εσείς | ανατέλλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάτειλε |
| εσείς | ανατείλετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανατείλει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.