Conjugation of αναστρέφω
a.naˈstɾe.foενεργώ ώστε μία κατάσταση που εξελίσσεται άσχημα να διορθωθεί, διορθώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναστρέφω |
| εσύ | αναστρέφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστρέφει |
| εμείς | αναστρέφουμε |
| εσείς | αναστρέφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστρέφουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέστρεφα |
| εσύ | ανέστρεφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέστρεφε |
| εμείς | αναστρέφαμε |
| εσείς | αναστρέφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέστρεφαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέστρεψα |
| εσύ | ανέστρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέστρεψε |
| εμείς | αναστρέψαμε |
| εσείς | αναστρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέστρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναστρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναστρέψω |
| εσύ | αναστρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστρέψει |
| εμείς | αναστρέψουμε |
| εσείς | αναστρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάστρεφε |
| εσείς | αναστρέφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάστρεψε |
| εσείς | αναστρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναστρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναστρέφομαι |
| εσύ | αναστρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστρέφεται |
| εμείς | αναστρεφόμαστε |
| εσείς | αναστρέφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστρέφονται |
Παρατατικός
| εγώ | αναστρεφόμουν |
| εσύ | αναστρεφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστρεφόταν |
| εμείς | αναστρεφόμασταν |
| εσείς | αναστρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστρέφονταν |
Αόριστος
| εγώ | αναστράφηκα |
| εσύ | αναστράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναστράφηκε |
| εμείς | ανανστραφήκαμε |
| εσείς | ανανστραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναστράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανανστραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανανστραφώ |
| εσύ | ανανστραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανανστραφεί |
| εμείς | ανανστραφούμε |
| εσείς | ανανστραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανανστραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αναστρέφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αναστρέψου |
| εσείς | ανανστραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανανστραφεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.