Meaning of αναστρέφω | Babel Free
a.naˈstɾe.foΟρισμοί
- αναποδογυρίζω
- αλλάζω πορεία και πηγαίνω προς την αντίθετη κατεύθυνση
- ενεργώ ώστε μία κατάσταση που εξελίσσεται άσχημα να διορθωθεί, διορθώνω
Ισοδύναμα
English
Transpose
Παραδείγματα
“... πλοίο ανέστρεψε την πορεία του και διενεργεί έρευνες”
“οι ειδικοί κατάφεραν πειραματικά να αναστρέψουν την απώλεια μνήμης σε ποντίκια με Αλτσχάιμερ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.