Conjugation of ανακόπτω
a.naˈko.ptoαναχαιτίζω, συγκρατώ, προσπαθώ να μειώσω την ταχύτητα με την οποία πορεύεται κάποιος-κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακόπτω |
| εσύ | ανακόπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακόπτει |
| εμείς | ανακόπτουμε |
| εσείς | ανακόπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακόπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέκοπτα |
| εσύ | ανέκοπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκοπτε |
| εμείς | ανακόπταμε |
| εσείς | ανακόπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκοπταν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκοψα |
| εσύ | ανέκοψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκοψε |
| εμείς | ανακόψαμε |
| εσείς | ανακόψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκοψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακόψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακόψω |
| εσύ | ανακόψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακόψει |
| εμείς | ανακόψουμε |
| εσείς | ανακόψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακόψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάκοπτε |
| εσείς | ανακόπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάκοψε |
| εσείς | ανακόψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακόψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακόπτομαι |
| εσύ | ανακόπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακόπτεται |
| εμείς | ανακοπτόμαστε |
| εσείς | ανακόπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακόπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανακοπτόμουν |
| εσύ | ανακοπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακοπτόταν |
| εμείς | ανακοπτόμασταν |
| εσείς | ανακοπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακόπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανακόπηκα |
| εσύ | ανακόπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακόπηκε |
| εμείς | ανακοπήκαμε |
| εσείς | ανακοπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακόπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακοπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακοπώ |
| εσύ | ανακοπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακοπεί |
| εμείς | ανακοπούμε |
| εσείς | ανακοπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακοπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακόπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακόψου |
| εσείς | ανακοπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακοπεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.