HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακόπτω — definition

Conjugation of ανακόπτω

Regular CEFR B2
a.naˈko.pto

αναχαιτίζω, συγκρατώ, προσπαθώ να μειώσω την ταχύτητα με την οποία πορεύεται κάποιος-κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακόπτω
εσύ ανακόπτεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακόπτει
εμείς ανακόπτουμε
εσείς ανακόπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακόπτουν
Παρατατικός
εγώ ανέκοπτα
εσύ ανέκοπτες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκοπτε
εμείς ανακόπταμε
εσείς ανακόπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκοπταν
Αόριστος
εγώ ανέκοψα
εσύ ανέκοψες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκοψε
εμείς ανακόψαμε
εσείς ανακόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακόψω
εσύ ανακόψεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακόψει
εμείς ανακόψουμε
εσείς ανακόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάκοπτε
εσείς ανακόπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάκοψε
εσείς ανακόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακόπτομαι
εσύ ανακόπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανακόπτεται
εμείς ανακοπτόμαστε
εσείς ανακόπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακόπτονται
Παρατατικός
εγώ ανακοπτόμουν
εσύ ανακοπτόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανακοπτόταν
εμείς ανακοπτόμασταν
εσείς ανακοπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανακόπτονταν
Αόριστος
εγώ ανακόπηκα
εσύ ανακόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανακόπηκε
εμείς ανακοπήκαμε
εσείς ανακοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακοπώ
εσύ ανακοπείς
αυτός / αυτή / αυτό ανακοπεί
εμείς ανακοπούμε
εσείς ανακοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακόπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανακόψου
εσείς ανακοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακοπεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary