Conjugation of ανακουφίζω
απαλλάσσω τελείως από πόνο ή ψυχικό βάρος ή, τουλάχιστον, τα μετριάζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακουφίζω |
| εσύ | ανακουφίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακουφίζει |
| εμείς | ανακουφίζουμε |
| εσείς | ανακουφίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακουφίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανακούφιζα |
| εσύ | ανακούφιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακούφιζε |
| εμείς | ανακουφίζαμε |
| εσείς | ανακουφίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακούφιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ανακούφισα |
| εσύ | ανακούφισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακούφισε |
| εμείς | ανακουφίσαμε |
| εσείς | ανακουφίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακούφισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακουφίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακουφίσω |
| εσύ | ανακουφίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακουφίσει |
| εμείς | ανακουφίσουμε |
| εσείς | ανακουφίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακουφίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανακούφιζε |
| εσείς | ανακουφίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακούφισε |
| εσείς | ανακουφίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακουφίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακουφίζομαι |
| εσύ | ανακουφίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακουφίζεται |
| εμείς | ανακουφιζόμαστε |
| εσείς | ανακουφίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακουφίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανακουφιζόμουν |
| εσύ | ανακουφιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακουφιζόταν |
| εμείς | ανακουφιζόμασταν |
| εσείς | ανακουφιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακουφίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανακουφίστηκα |
| εσύ | ανακουφίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακουφίστηκε |
| εμείς | ανακουφιστήκαμε |
| εσείς | ανακουφιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακουφίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακουφιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακουφιστώ |
| εσύ | ανακουφιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακουφιστεί |
| εμείς | ανακουφιστούμε |
| εσείς | ανακουφιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακουφιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακουφίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακουφίσου |
| εσείς | ανακουφιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακουφιστεί |