HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακουφίζω — definition

Conjugation of ανακουφίζω

Regular CEFR B2

απαλλάσσω τελείως από πόνο ή ψυχικό βάρος ή, τουλάχιστον, τα μετριάζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακουφίζω
εσύ ανακουφίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακουφίζει
εμείς ανακουφίζουμε
εσείς ανακουφίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακουφίζουν
Παρατατικός
εγώ ανακούφιζα
εσύ ανακούφιζες
αυτός / αυτή / αυτό ανακούφιζε
εμείς ανακουφίζαμε
εσείς ανακουφίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακούφιζαν
Αόριστος
εγώ ανακούφισα
εσύ ανακούφισες
αυτός / αυτή / αυτό ανακούφισε
εμείς ανακουφίσαμε
εσείς ανακουφίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακούφισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακουφίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακουφίσω
εσύ ανακουφίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακουφίσει
εμείς ανακουφίσουμε
εσείς ανακουφίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακουφίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανακούφιζε
εσείς ανακουφίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανακούφισε
εσείς ανακουφίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακουφίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακουφίζομαι
εσύ ανακουφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανακουφίζεται
εμείς ανακουφιζόμαστε
εσείς ανακουφίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακουφίζονται
Παρατατικός
εγώ ανακουφιζόμουν
εσύ ανακουφιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανακουφιζόταν
εμείς ανακουφιζόμασταν
εσείς ανακουφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανακουφίζονταν
Αόριστος
εγώ ανακουφίστηκα
εσύ ανακουφίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανακουφίστηκε
εμείς ανακουφιστήκαμε
εσείς ανακουφιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακουφίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακουφιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακουφιστώ
εσύ ανακουφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ανακουφιστεί
εμείς ανακουφιστούμε
εσείς ανακουφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακουφιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακουφίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανακουφίσου
εσείς ανακουφιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακουφιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary