Conjugation of ανακρούω
anaˈkruoγια πλωτό μέσο, φεύγω με την όπισθεν, οπισθοχωρώ, όπως ήρθα-έφυγα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακρούω |
| εσύ | ανακρούεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρούει |
| εμείς | ανακρούουμε |
| εσείς | ανακρούετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρούουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέκρουα |
| εσύ | ανέκρουες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκρουε |
| εμείς | ανακρούαμε |
| εσείς | ανακρούατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκρουαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέκρουσα |
| εσύ | ανέκρουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέκρουσε |
| εμείς | ανακρούσαμε |
| εσείς | ανακρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέκρουσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακρούσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακρούσω |
| εσύ | ανακρούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρούσει |
| εμείς | ανακρούσουμε |
| εσείς | ανακρούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρούσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάκρουε |
| εσείς | ανακρούετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάκρουσε |
| εσείς | ανακρούστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακρούσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανακρούομαι |
| εσύ | ανακρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρούεται |
| εμείς | ανακρουόμαστε |
| εσείς | ανακρούεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρούονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανακρουόμουν |
| εσύ | ανακρουόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρουόταν |
| εμείς | ανακρουόμασταν |
| εσείς | ανακρουόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρούονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανακρούστηκα |
| εσύ | ανακρούστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρούστηκε |
| εμείς | ανακρουστήκαμε |
| εσείς | ανακρουστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρούστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανακρουστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανακρουστώ |
| εσύ | ανακρουστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανακρουστεί |
| εμείς | ανακρουστούμε |
| εσείς | ανακρουστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανακρουστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανακρούεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανακρούσου |
| εσείς | ανακρουστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανακρουστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.