HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανακρούω — definition

Conjugation of ανακρούω

Regular CEFR B2
anaˈkruo

για πλωτό μέσο, φεύγω με την όπισθεν, οπισθοχωρώ, όπως ήρθα-έφυγα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακρούω
εσύ ανακρούεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακρούει
εμείς ανακρούουμε
εσείς ανακρούετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρούουν
Παρατατικός
εγώ ανέκρουα
εσύ ανέκρουες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκρουε
εμείς ανακρούαμε
εσείς ανακρούατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκρουαν
Αόριστος
εγώ ανέκρουσα
εσύ ανέκρουσες
αυτός / αυτή / αυτό ανέκρουσε
εμείς ανακρούσαμε
εσείς ανακρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέκρουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακρούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακρούσω
εσύ ανακρούσεις
αυτός / αυτή / αυτό ανακρούσει
εμείς ανακρούσουμε
εσείς ανακρούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάκρουε
εσείς ανακρούετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάκρουσε
εσείς ανακρούστε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακρούσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανακρούομαι
εσύ ανακρούεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανακρούεται
εμείς ανακρουόμαστε
εσείς ανακρούεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρούονται
Παρατατικός
εγώ ανακρουόμουν
εσύ ανακρουόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανακρουόταν
εμείς ανακρουόμασταν
εσείς ανακρουόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρούονταν
Αόριστος
εγώ ανακρούστηκα
εσύ ανακρούστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ανακρούστηκε
εμείς ανακρουστήκαμε
εσείς ανακρουστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρούστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανακρουστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανακρουστώ
εσύ ανακρουστείς
αυτός / αυτή / αυτό ανακρουστεί
εμείς ανακρουστούμε
εσείς ανακρουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ανακρουστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανακρούεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανακρούσου
εσείς ανακρουστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ανακρουστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary