Conjugation of αναθάλλω
a.naˈθa.loγια άνθρωπο, μεταφορικά, ξανανθίζει, ξανανιώνει, γίνεται ξανά καρπερός, γόνιμος, ξαναβλασταίνει, γίνεται πάλι θαλερός, αποκτά νέα ακμή, σφρίγος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αναθάλλω |
| εσύ | αναθάλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναθάλλει |
| εμείς | αναθάλλουμε |
| εσείς | αναθάλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναθάλλουν |
Παρατατικός
| εγώ | ανέθαλλα |
| εσύ | ανέθαλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέθαλλε |
| εμείς | αναθάλλαμε |
| εσείς | αναθάλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέθαλλαν |
Αόριστος
| εγώ | ανέθαλα |
| εσύ | ανέθαλες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέθαλε |
| εμείς | αναθάλαμε |
| εσείς | αναθάλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέθαλαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αναθάλω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αναθάλω |
| εσύ | αναθάλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αναθάλει |
| εμείς | αναθάλουμε |
| εσείς | αναθάλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αναθάλουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ανάθαλλε |
| εσείς | αναθάλλετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ανάθαλε |
| εσείς | αναθάλετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αναθάλει |