HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναθάλλω — definition

Conjugation of αναθάλλω

Regular CEFR B2
a.naˈθa.lo

για άνθρωπο, μεταφορικά, ξανανθίζει, ξανανιώνει, γίνεται ξανά καρπερός, γόνιμος, ξαναβλασταίνει, γίνεται πάλι θαλερός, αποκτά νέα ακμή, σφρίγος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναθάλλω
εσύ αναθάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό αναθάλλει
εμείς αναθάλλουμε
εσείς αναθάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναθάλλουν
Παρατατικός
εγώ ανέθαλλα
εσύ ανέθαλλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέθαλλε
εμείς αναθάλλαμε
εσείς αναθάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέθαλλαν
Αόριστος
εγώ ανέθαλα
εσύ ανέθαλες
αυτός / αυτή / αυτό ανέθαλε
εμείς αναθάλαμε
εσείς αναθάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέθαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναθάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναθάλω
εσύ αναθάλεις
αυτός / αυτή / αυτό αναθάλει
εμείς αναθάλουμε
εσείς αναθάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναθάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ανάθαλλε
εσείς αναθάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ανάθαλε
εσείς αναθάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
αναθάλει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary