Meaning of αναθάλλω | Babel Free
/a.naˈθa.lo/Ορισμοί
- για φυτό που ξαναγίνεται πράσινο, ξαναζωντανεύει, ξανανθίζει
- για άνθρωπο, μεταφορικά, ξανανθίζει, ξανανιώνει, γίνεται ξανά καρπερός, γόνιμος, ξαναβλασταίνει, γίνεται πάλι θαλερός, αποκτά νέα ακμή, σφρίγος
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.