HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αναβιβάζω — definition

Conjugation of αναβιβάζω

Regular CEFR B2
a.na.viˈva.zo

ανεβάζω κάτι ή κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναβιβάζω
εσύ αναβιβάζεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβιβάζει
εμείς αναβιβάζουμε
εσείς αναβιβάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβιβάζουν
Παρατατικός
εγώ αναβίβαζα
εσύ αναβίβαζες
αυτός / αυτή / αυτό αναβίβαζε
εμείς αναβιβάζαμε
εσείς αναβιβάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβίβαζαν
Αόριστος
εγώ αναβίβασα
εσύ αναβίβασες
αυτός / αυτή / αυτό αναβίβασε
εμείς αναβιβάσαμε
εσείς αναβιβάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβίβασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναβιβάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναβιβάσω
εσύ αναβιβάσεις
αυτός / αυτή / αυτό αναβιβάσει
εμείς αναβιβάσουμε
εσείς αναβιβάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβιβάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ αναβίβαζε
εσείς αναβιβάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναβίβασε
εσείς αναβιβάστε
Απαρέμφατο αορίστου
αναβιβάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αναβιβάζομαι
εσύ αναβιβάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αναβιβάζεται
εμείς αναβιβαζόμαστε
εσείς αναβιβάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβιβάζονται
Παρατατικός
εγώ αναβιβαζόμουν
εσύ αναβιβαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αναβιβαζόταν
εμείς αναβιβαζόμασταν
εσείς αναβιβαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αναβιβάζονταν
Αόριστος
εγώ αναβιβάστηκα
εσύ αναβιβάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αναβιβάστηκε
εμείς αναβιβαστήκαμε
εσείς αναβιβαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβιβάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αναβιβαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αναβιβαστώ
εσύ αναβιβαστείς
αυτός / αυτή / αυτό αναβιβαστεί
εμείς αναβιβαστούμε
εσείς αναβιβαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αναβιβαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αναβιβάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αναβιβάσου
εσείς αναβιβαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αναβιβαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary