αναβιβάζω
Ορισμοί
ανεβάζω κάτι ή κάποιον
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of αναβιβάζω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“κάθε μονοσύλλαβη λέξη (χθών) όταν συντίθεται με άλλη (αυτόχθων) αναβιβάζει τον τόνο”
“τον αναβίβασαν στην εξουσία επειδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους”
“το οικονομικοπολιτικό μόρφωμα της Ε.Ε. αποτελεί πεδίο διακύβευσης και συσχετισμών, στο οποίο αναβιβάζονται οι πολιτικές και ταξικές σχέσεις που αποκρυσταλλώνονται στα εθνικά κράτη”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free