Meaning of αναβιβάζω | Babel Free
/a.na.viˈva.zo/Ορισμοί
ανεβάζω κάτι ή κάποιον
Παραδείγματα
“κάθε μονοσύλλαβη λέξη (χθών) όταν συντίθεται με άλλη (αυτόχθων) αναβιβάζει τον τόνο”
“τον αναβίβασαν στην εξουσία επειδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους”
“το οικονομικοπολιτικό μόρφωμα της Ε.Ε. αποτελεί πεδίο διακύβευσης και συσχετισμών, στο οποίο αναβιβάζονται οι πολιτικές και ταξικές σχέσεις που αποκρυσταλλώνονται στα εθνικά κράτη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.