Conjugation of ανέρχομαι
aˈneɾ.xo.meεξελίσσομαι, προοδεύω, φτάνω σε ανώτερες βαθμίδες Ver definición completa →
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ανέρχομαι |
| εσύ | ανέρχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέρχεται |
| εμείς | ανερχόμαστε |
| εσείς | ανέρχεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέρχονται |
Παρατατικός
| εγώ | ανερχόμουν |
| εσύ | ανερχόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανερχόταν |
| εμείς | ανερχόμασταν |
| εσείς | ανερχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέρχονταν |
Αόριστος
| εγώ | ανήλθα |
| εσύ | ανήλθες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανήλθε |
| εμείς | ανήλθαμε |
| εσείς | ανήλθατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανήλθαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ανέλθω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ανέλθω |
| εσύ | ανέλθεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ανέλθει |
| εμείς | ανέλθουμε |
| εσείς | ανέλθετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ανέλθουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ανέρχεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ανέλθετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ανέλθει |