HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ανέρχομαι — definition

Conjugation of ανέρχομαι

Regular CEFR B2
aˈneɾ.xo.me

εξελίσσομαι, προοδεύω, φτάνω σε ανώτερες βαθμίδες Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ανέρχομαι
εσύ ανέρχεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ανέρχεται
εμείς ανερχόμαστε
εσείς ανέρχεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέρχονται
Παρατατικός
εγώ ανερχόμουν
εσύ ανερχόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ανερχόταν
εμείς ανερχόμασταν
εσείς ανερχόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ανέρχονταν
Αόριστος
εγώ ανήλθα
εσύ ανήλθες
αυτός / αυτή / αυτό ανήλθε
εμείς ανήλθαμε
εσείς ανήλθατε
αυτοί / αυτές / αυτά ανήλθαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ανέλθω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ανέλθω
εσύ ανέλθεις
αυτός / αυτή / αυτό ανέλθει
εμείς ανέλθουμε
εσείς ανέλθετε
αυτοί / αυτές / αυτά ανέλθουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ανέρχεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ανέλθετε
Απαρέμφατο αορίστου
ανέλθει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary