Conjugation of αλώνω
κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αλώνω |
| εσύ | αλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλώνει |
| εμείς | αλώνουμε |
| εσείς | αλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | άλωνα |
| εσύ | άλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άλωνε |
| εμείς | αλώναμε |
| εσείς | αλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άλωναν |
Αόριστος
| εγώ | άλωσα |
| εσύ | άλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άλωσε |
| εμείς | αλώσαμε |
| εσείς | αλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αλώσω |
| εσύ | αλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλώσει |
| εμείς | αλώσουμε |
| εσείς | αλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άλωνε |
| εσείς | αλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άλωσε |
| εσείς | αλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αλώνομαι |
| εσύ | αλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλώνεται |
| εμείς | αλωνόμαστε |
| εσείς | αλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | αλωνόμουν |
| εσύ | αλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλωνόταν |
| εμείς | αλωνόμασταν |
| εσείς | αλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | αλώθηκα |
| εσύ | αλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλώθηκε |
| εμείς | αλωθήκαμε |
| εσείς | αλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αλωθώ |
| εσύ | αλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αλωθεί |
| εμείς | αλωθούμε |
| εσείς | αλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αλώσου |
| εσείς | αλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αλωθεί |