HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αλώνω — definition

Conjugation of αλώνω

Regular CEFR B1

κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλώνω
εσύ αλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό αλώνει
εμείς αλώνουμε
εσείς αλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλώνουν
Παρατατικός
εγώ άλωνα
εσύ άλωνες
αυτός / αυτή / αυτό άλωνε
εμείς αλώναμε
εσείς αλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλωναν
Αόριστος
εγώ άλωσα
εσύ άλωσες
αυτός / αυτή / αυτό άλωσε
εμείς αλώσαμε
εσείς αλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλώσω
εσύ αλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό αλώσει
εμείς αλώσουμε
εσείς αλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άλωνε
εσείς αλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άλωσε
εσείς αλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
αλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αλώνομαι
εσύ αλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αλώνεται
εμείς αλωνόμαστε
εσείς αλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αλώνονται
Παρατατικός
εγώ αλωνόμουν
εσύ αλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αλωνόταν
εμείς αλωνόμασταν
εσείς αλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αλώνονταν
Αόριστος
εγώ αλώθηκα
εσύ αλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αλώθηκε
εμείς αλωθήκαμε
εσείς αλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αλωθώ
εσύ αλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό αλωθεί
εμείς αλωθούμε
εσείς αλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αλώσου
εσείς αλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary